unsatisfying
Pronunciation
/ənˈsætɪsˌfaɪɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "unsatisfying"στα αγγλικά

unsatisfying
01

απογοητευτικός, που δεν προσφέρει ικανοποίηση

not meeting expectations and failing to provide a sense of fulfillment
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unsatisfying
συγκριτικός βαθμός
more unsatisfying
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The unsatisfying outcome of the meeting left everyone disappointed.
Το ανικανοποίητο αποτέλεσμα της συνάντησης άφησε όλους απογοητευμένους.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store