Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unsatisfying
01
απογοητευτικός, που δεν προσφέρει ικανοποίηση
not meeting expectations and failing to provide a sense of fulfillment
Παραδείγματα
The unsatisfying outcome of the meeting left everyone disappointed.
Το ανικανοποίητο αποτέλεσμα της συνάντησης άφησε όλους απογοητευμένους.
Λεξικό Δέντρο
unsatisfying
satisfying
satisfy



























