Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unsatisfying
01
απογοητευτικός, που δεν προσφέρει ικανοποίηση
not meeting expectations and failing to provide a sense of fulfillment
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unsatisfying
συγκριτικός βαθμός
more unsatisfying
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The ending of the movie was unsatisfying because it left too many questions unanswered.
Το τέλος της ταινίας ήταν απογοητευτικό γιατί άφησε πολλές ερωτήσεις αναπάντητες.
Λεξικό Δέντρο
unsatisfying
satisfying
satisfy



























