unrewarded
un
ˌʌn
αν
re
ρι
war
ˈwɔ:
ουο
ded
dɪd
ντιντ
unrecorded

Ορισμός και σημασία του "unrewarded"στα αγγλικά

unrewarded
01

ανεπίδοτος, χωρίς ανταμοιβή

not achieving the desired success 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unrewarded
συγκριτικός βαθμός
more unrewarded
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
effort, outcome, evaluation

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store