Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unreserved
01
απεριόριστος, ειλικρινής
not cautious or reticent
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unreserved
συγκριτικός βαθμός
more unreserved
διαβαθμίσιμο
02
χωρίς επιφύλαξη, πλήρης
complete and without holding back, often referring to full commitment or openness
Παραδείγματα
She gave her unreserved support to the charity's cause.
Έδωσε την ανεπιφύλακτη υποστήριξή της στο σκοπό της φιλανθρωπίας.
Λεξικό Δέντρο
unreserved
reserved
reserve



























