Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unrepentantly
01
αμετανόητα, χωρίς τύψεις
in a way that shows no regret, remorse, or sorrow for one's actions or behavior
Παραδείγματα
The author unrepentantly defended her controversial book in interviews.
Η συγγραφέας χωρίς μεταμέλεια υπερασπίστηκε το αμφιλεγόμενο βιβλίο της στις συνεντεύξεις.
Λεξικό Δέντρο
unrepentantly
repentantly
repentant
repent



























