Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unregulated
01
απορρύθμιστος, ανεξέλεγκτος
not controlled or monitored according to specific rules or laws
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unregulated
συγκριτικός βαθμός
more unregulated
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
law, control, safety
Παραδείγματα
The unregulated sale of dietary supplements can lead to potential health risks for consumers.
Η απορρυθμισμένη πώληση διατροφικών συμπληρωμάτων μπορεί να οδηγήσει σε πιθανούς κινδύνους για την υγεία των καταναλωτών.
02
απορρύθμιστος, χωρίς κανονισμούς
without regulation or discipline
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
unregulated
regulated
regulate
regul



























