Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unregulated
01
απορρύθμιστος, ανεξέλεγκτος
not controlled or monitored according to specific rules or laws
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unregulated
συγκριτικός βαθμός
more unregulated
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The unregulated sale of counterfeit goods online undermines legitimate businesses and consumer trust.
Η απορρύθμιση πώληση πλαστών ειδών στο διαδίκτυο υπονομεύει τις νόμιμες επιχειρήσεις και την εμπιστοσύνη των καταναλωτών.
02
απορρύθμιστος, χωρίς κανονισμούς
without regulation or discipline
Λεξικό Δέντρο
unregulated
regulated
regulate
regul



























