Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unrecorded
01
μη καταγεγραμμένο, μη τεκμηριωμένο
happening live or in real-time, without being captured or documented for future playback
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unrecorded
συγκριτικός βαθμός
more unrecorded
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The debate was intentionally unrecorded to keep the discussion off the record.
Η συζήτηση ήταν σκόπιμα μη καταγεγραμμένη για να διατηρηθεί η συζήτηση εκτός καταγραφής.
Λεξικό Δέντρο
unrecorded
recorded
record



























