unrecorded
un
ˌʌn
αν
re
ρα
cor
ˈkɔr
κορ
ded
dɪd
ντιντ
/ˌʌnɹɪkˈɔːdɪd/

Ορισμός και σημασία του "unrecorded"στα αγγλικά

unrecorded
01

μη καταγεγραμμένο, μη τεκμηριωμένο

happening live or in real-time, without being captured or documented for future playback

live

unrecorded definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unrecorded
συγκριτικός βαθμός
more unrecorded
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The debate was intentionally unrecorded to keep the discussion off the record.
Η συζήτηση ήταν σκόπιμα μη καταγεγραμμένη για να διατηρηθεί η συζήτηση εκτός καταγραφής.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store