Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unprepared
01
απροετοίμαστος, μη προετοιμασμένος
without preparation; not prepared for
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unprepared
συγκριτικός βαθμός
more unprepared
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
state, readiness, performance
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
unprepared
prepared
prepare



























