unprejudiced
Pronunciation
/ʌnpɹˈɛdʒuːdɪst/

Ορισμός και σημασία του "unprejudiced"στα αγγλικά

unprejudiced
01

αμερόληπτος, χωρίς προκαταλήψεις

free from bias or preconceived opinions
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unprejudiced
συγκριτικός βαθμός
more unprejudiced
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His unprejudiced attitude made him a great mediator.
Η αμερόληπτη στάση του τον έκανε έναν σπουδαίο μεσολαβητή.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store