unprejudiced
un
ˌʌn
αν
pre
ˈprɛ
πρε
ju
ʤə
τζα
diced
dɪst
ντιστ

Ορισμός και σημασία του "unprejudiced"στα αγγλικά

unprejudiced
01

αμερόληπτος, χωρίς προκαταλήψεις

free from bias or preconceived opinions 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unprejudiced
συγκριτικός βαθμός
more unprejudiced
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
judgment, ethics, cognition
Παραδείγματα
She gave an unprejudiced review of the book. 

Έδωσε μια αμερόληπτη κριτική για το βιβλίο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

unprejudiced
prejudiced
prejudice
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store