Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unpersuasive
01
μη πειστικός, αδύναμος στην πειθώ
lacking the ability to convince or compel agreement, often due to weak or inadequate reasoning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unpersuasive
συγκριτικός βαθμός
more unpersuasive
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Despite his efforts, his unpersuasive tone made the apology seem insincere.
Παρά τις προσπάθειές του, ο μη πειστικός τόνος του έκανε τη συγγνώμη να φαίνεται ανειλικρινής.
Λεξικό Δέντρο
unpersuasive
persuasive
persuade



























