unpaid
un
ʌn
an
paid
ˈpeɪd
peid
unsaid

Ορισμός και σημασία του "unpaid"στα αγγλικά

01

απλήρωτος, ακατάβατος

not yet given the money that was promised in exchange for something 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unpaid
συγκριτικός βαθμός
more unpaid
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
employment, compensation, work
Παραδείγματα
She worked for several months at an unpaid internship before landing a full-time job. 

Δούλεψε για αρκετούς μήνες σε μια απλήρωτη πρακτική πριν βρει μια πλήρη απασχόληση.

02

εθελοντικός, απλήρωτος

engaged in as a pastime 
03

απλήρωτος, δωρεάν

without payment 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

unpaid
paid
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store