Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unobtrusive
01
διακριτικός, που δεν τραβάει την προσοχή
causing little or no disturbance or not easily noticeable
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unobtrusive
συγκριτικός βαθμός
more unobtrusive
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
visibility, behavior, design
Παραδείγματα
The surveillance cameras were strategically placed in unobtrusive locations to monitor activity without being noticed.
Οι κάμερες παρακολούθησης τοποθετήθηκαν στρατηγικά σε διακριτές τοποθεσίες για να παρακολουθούν τη δραστηριότητα χωρίς να γίνουν αντιληπτές.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
unobtrusive
obtrusive
obturate
obtur



























