Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unobservant
01
απρόσεκτος, μη παρατηρητικός
lacking the habit or ability to notice, perceive, or pay attention to details in one's surroundings
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unobservant
συγκριτικός βαθμός
more unobservant
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The unobservant employee consistently missed the important details in the project brief, resulting in errors.
Ο απαθής εργαζόμενος παρέλειπε συνεχώς τις σημαντικές λεπτομέρειες στην περίληψη του έργου, με αποτέλεσμα λάθη.
Λεξικό Δέντρο
unobservant
observant
observe



























