Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unobservant
01
απρόσεκτος, μη παρατηρητικός
lacking the habit or ability to notice, perceive, or pay attention to details in one's surroundings
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unobservant
συγκριτικός βαθμός
more unobservant
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
attention, perception, behavior
Παραδείγματα
The unobservant driver failed to notice the road sign indicating the upcoming detour.
Ο απρόσεκτος οδηγός απέτυχε να παρατηρήσει την πινακίδα που υποδείκνυε την επερχόμενη παράκαμψη.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
unobservant
observant
observe



























