Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unmitigated
01
απόλυτος, ολοκληρωτικός
not reduced or moderated in intensity
Disapproving
Formal
Παραδείγματα
The unmitigated beauty of the sunrise over the mountains left everyone in awe.
Η αμείωτη ομορφιά της ανατολής του ηλίου πάνω από τα βουνά άφησε όλους σε δέος.
Λεξικό Δέντρο
unmitigated
mitigated
mitigate
mitig



























