Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unmercifully
01
ανελέητα
in a way that is extremely cruel, harsh, or lacking any kindness or leniency
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The critics unmercifully attacked the film for its poor writing.
Οι κριτές αμείλικτα επιτέθηκαν στην ταινία για το κακό σενάριο.
Λεξικό Δέντρο
unmercifully
mercifully
merciful
mercy



























