Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unmercifully
01
ανελέητα
in a way that is extremely cruel, harsh, or lacking any kindness or leniency
Παραδείγματα
The soldiers marched unmercifully through the enemy territory.
Οι στρατιώτες βάδισαν αλύπητα μέσα από την εχθρική επικράτεια.
Λεξικό Δέντρο
unmercifully
mercifully
merciful
mercy



























