Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unhappily
01
δυστυχώς, θλιμμένα
in a way that is not pleasant or joyful
Παραδείγματα
The cat meowed unhappily when left alone for an extended period.
Η γάτα νιαούρισε δυστυχώς όταν αφέθηκε μόνη για μεγάλο χρονικό διάστημα.
02
δυστυχώς, ατυχώς
used to introduce or emphasize something regrettable or unfortunate
Παραδείγματα
Unhappily, their efforts to resolve the issue were in vain.
Δυστυχώς, οι προσπάθειές τους να επιλύσουν το ζήτημα ήταν μάταιες.
Λεξικό Δέντρο
unhappily
happily
happy



























