Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unhappily
01
δυστυχώς, θλιμμένα
in a way that is not pleasant or joyful
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
He looked at the rain-soaked picnic blanket unhappily as their outdoor plans were spoiled.
Κοίταξε δυσαρεστημένα την βρεγμένη από τη βροχή κουβέρτα πικνίκ καθώς τα σχέδιά τους για έξω χαλάσανε.
02
δυστυχώς, ατυχώς
used to introduce or emphasize something regrettable or unfortunate
Παραδείγματα
Unhappily, the negotiations broke down before an agreement could be reached.
Δυστυχώς, οι διαπραγματεύσεις κατέρρευσαν πριν επιτευχθεί συμφωνία.
Λεξικό Δέντρο
unhappily
happily
happy



























