Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unfluctuating
/ʌnflˈʌktʃuːˌeɪɾɪŋ/
/ʌnflˈʌktʃuːˌeɪtɪŋ/
unfluctuating
01
σταθερός, αμετάβλητος
not liable to fluctuate or especially to fall
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unfluctuating
συγκριτικός βαθμός
more unfluctuating
διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
unfluctuating
fluctuating
fluctuate



























