Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unfavorable
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unfavorable
συγκριτικός βαθμός
more unfavorable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The candidate withdrew after seeing his unfavorable polling numbers.
Ο υποψήφιος αποσύρθηκε αφού είδε τους δυσμενείς αριθμούς δημοσκοπήσεών του.
02
δυσμενής
highly probable to result in a negative or problematic manner
03
δυσμενής, αρνητικός
involving or creating circumstances detrimental to success or effectiveness
Λεξικό Δέντρο
unfavorable
favorable
favor



























