Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unfamiliar
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unfamiliar
συγκριτικός βαθμός
more unfamiliar
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The unfamiliar language spoken by the locals made it difficult for her to communicate.
Η άγνωστη γλώσσα που μιλούσαν οι ντόπιοι της δυσκόλεψαν να επικοινωνήσει.
02
άγνωστος, μη οικείος
(of a person) lacking knowledge or experience about something
Παραδείγματα
She felt unfamiliar with the subject, having never studied it before.
Αισθάνθηκε άγνωστη με το θέμα, καθώς δεν το είχε μελετήσει ποτέ πριν.
Λεξικό Δέντρο
unfamiliar
familiar



























