uneventful
un
ˌʌn
αν
e
ɪ
ι
vent
ˈvɛnt
βεντ
ful
fʊl
φουλ
resentfulunresentfuleventful

Ορισμός και σημασία του "uneventful"στα αγγλικά

uneventful
01

χωρίς περιστατικά, ασήμαντος

lacking notable or interesting events or activities 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most uneventful
συγκριτικός βαθμός
more uneventful
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
experience, time, activity
Παραδείγματα
The flight was uneventful and arrived on time. 

Η πτήση ήταν χωρίς περιστατικά και έφτασε εγκαίρως.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

uneventfully
uneventful
eventful
event
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store