Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unerringly
01
αλάνθαστα, με αλάνθαστη ακρίβεια
in a way that hits or reaches the intended target or goal without fail
Παραδείγματα
The archer's arrow flew unerringly into the center of the target.
Το βέλος του τοξότη πέταξε αλάνθαστα στο κέντρο του στόχου.
02
αλάνθαστα, με σταθερή ακρίβεια
in a manner that shows constant accuracy, judgment, or reliability
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
She unerringly identifies flaws in even the most polished arguments.
Εκείνη αλάνθαστα εντοπίζει ελαττώματα ακόμα και στα πιο επεξεργασμένα επιχειρήματα.
Λεξικό Δέντρο
unerringly
unerring
erring
err



























