Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
faithfully
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
She loyally and faithfully carried out her duties to the company.
Εκτέλεσε τα καθήκοντά της προς την εταιρεία πιστά και πιστά.
Παραδείγματα
The machine faithfully performs its task without failure.
Η μηχανή εκτελεί πιστά το καθήκον της χωρίς αποτυχία.
02
πιστά
in a manner that accurately represents facts, details, or the original source
Παραδείγματα
He copied the design faithfully.
Αντιγράφει το σχέδιο πιστά.
Λεξικό Δέντρο
unfaithfully
faithfully
faithful
faith



























