Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
faithfully
Παραδείγματα
They lived faithfully according to their beliefs.
Ζούσαν πιστά σύμφωνα με τις πεποιθήσεις τους.
Παραδείγματα
The system faithfully updates the data every hour.
Το σύστημα ενημερώνει τα δεδομένα πιστά κάθε ώρα.
02
πιστά
in a manner that accurately represents facts, details, or the original source
Παραδείγματα
The document was faithfully restored from the damaged copy.
Το έγγραφο αποκαταστάθηκε πιστά από το κατεστραμμένο αντίγραφο.
Λεξικό Δέντρο
unfaithfully
faithfully
faithful
faith



























