Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unequaled
01
απαράμιλλος, ασύγκριτος
surpassing all others in quality, ability, or achievement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His unequaled talent in painting earned him numerous awards.
Το απαράμιλλο ταλέντο του στη ζωγραφική του χάρισε πολλά βραβεία.



























