Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unending
01
ατελείωτος, ασταμάτητος
ongoing indefinitely, with no apparent conclusion
Παραδείγματα
His unending dedication to the project earned him the respect of his colleagues.
Η ατέρμονη αφοσίωσή του στο έργο του χάρισε το σεβασμό των συναδέλφων του.
Λεξικό Δέντρο
unendingly
unending



























