uneasy
un
ʌn
an
ea
ˈi:
i
sy
zi
zi
sleazyqueasycheesy

Ορισμός και σημασία του "uneasy"στα αγγλικά

01

ασταθής, τεταμένος

prone to change or conflict 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
uneasiest
συγκριτικός βαθμός
uneasier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Their uneasy friendship was marked by frequent misunderstandings and unresolved issues. 

Η τεταμένη φιλία τους χαρακτηρίζονταν από συχνές παρεξηγήσεις και άλυτα ζητήματα.

02

ανήσυχος, αμήχανος

feeling nervous or worried, especially about something unpleasant that might happen soon 
Παραδείγματα
She felt uneasy about the upcoming storm, fearing the potential damage it might cause. 

Ένιωθε άβολα για την επερχόμενη καταιγίδα, φοβούμενη την πιθανή ζημιά που θα μπορούσε να προκαλέσει.

03

αμήχανος, ανήσυχος

awkward and ill at ease 
Παραδείγματα
The uneasy movements of the actor suggested he wasn't familiar with the scene. 

Οι αμήχανοι κινήσεις του ηθοποιού υποδείκνυαν ότι δεν ήταν εξοικειωμένος με τη σκηνή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store