Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
uneasily
01
ανήσυχα, με ανησυχία
in a way that shows discomfort, worry, or lack of confidence
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
She shifted uneasily in her seat during the long silence.
Κουνήθηκε ανήσυχα στη θέση της κατά τη διάρκεια της μακράς σιωπής.
Λεξικό Δέντρο
uneasily
easily
easy



























