Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
awkwardly
Παραδείγματα
The cat landed awkwardly after jumping from the shelf.
Η γάτα προσγειώθηκε αδέξια μετά το πήδημα από το ράφι.
02
αδέξια, ενοχλητικά
in a manner that shows or causes embarrassment or discomfort
Παραδείγματα
She smiled awkwardly, feeling out of place at the party.
Χαμογέλασε αδέξια, νιώθοντας απροσάρμοστη στο πάρτι.
Παραδείγματα
The suitcase was awkwardly bulky, making it hard to carry.
Η βαλίτσα ήταν αδέξια ογκώδης, κάνοντάς την δύσκολη να μεταφερθεί.
Λεξικό Δέντρο
awkwardly
awkward



























