Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
awkwardly
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
She awkwardly climbed over the fence, nearly losing her balance.
Ανέβηκε αδέξια πάνω από το φράχτη, σχεδόν χάνοντας την ισορροπία της.
02
αδέξια, ενοχλητικά
in a manner that shows or causes embarrassment or discomfort
Παραδείγματα
He laughed awkwardly after making a joke that fell flat.
Γέλασε αδέξια αφού έκανε ένα αστείο που δεν πέτυχε.
Παραδείγματα
The handle was awkwardly placed, making the door hard to open.
Η λαβή ήταν αδέξια τοποθετημένη, κάνοντας την πόρτα δύσκολο να ανοίξει.
Λεξικό Δέντρο
awkwardly
awkward



























