awl
Pronunciation
/ˈɔːl/

Ορισμός και σημασία του "awl"στα αγγλικά

01

σουβλί, τρυπάνι

a sharp, pointed tool used to pierce or mark materials like leather, wood, or fabric
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
awls
Παραδείγματα
The shoemaker 's worn awl had shaped hundreds of soles.
Το φθαρμένο σουβλί του τσαγκάρη είχε διαμορφώσει εκατοντάδες σόλες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store