Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Undoing
01
ακύρωση, ήττα
an act that makes a previous act of no effect (as if not done)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
undoings
02
ξεδίπλωση, χαλάρωση
loosening the ties that fasten something
03
κατάρρευση, αιτία αποτυχίας
the cause of someone's failure, ruin, or downfall
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
undoing
undo
do



























