Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
uncoordinated
01
ασυντονισμένος, ασύμμετρος
incapable of moving one's muscles together with ease
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most uncoordinated
συγκριτικός βαθμός
more uncoordinated
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The toddler 's uncoordinated movements were part of learning to walk.
Οι ασυντονισμένες κινήσεις του νήπιου ήταν μέρος της μάθησης του περπατήματος.
02
ασυντονισμένος, ασυνάρτητος
lacking effective cooperation or harmony between people, parts, or processes
Παραδείγματα
The project failed due to uncoordinated team communication.
Το έργο απέτυχε λόγω ασυντόνιστης επικοινωνίας της ομάδας.
Λεξικό Δέντρο
uncoordinated
coordinated
...
ordin



























