Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unconscionable
01
ανεύθυνος, σκανδαλώδης
excessively unreasonable or unfair and therefore unacceptable
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unconscionable
συγκριτικός βαθμός
more unconscionable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
It was unconscionable for them to deny medical care to someone in urgent need.
Ήταν ασυγχώρητο να αρνούνται ιατρική φροντίδα σε κάποιον με επείγουσα ανάγκη.
Λεξικό Δέντρο
unconscionable
conscionable
conscience



























