unconscionable
un
ˌʌn
an
cons
ˈkɒn
kon
cio
ʃə
shē
nable
nəəbl
nēēbl

Ορισμός και σημασία του "unconscionable"στα αγγλικά

unconscionable
01

ανεύθυνος, σκανδαλώδης

excessively unreasonable or unfair and therefore unacceptable 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unconscionable
συγκριτικός βαθμός
more unconscionable
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
ethics, behavior, law
Παραδείγματα
The company’s treatment of its workers was deemed unconscionable by labor rights activists. 

Η αντιμετώπιση των εργαζομένων από την εταιρεία κρίθηκε ασυνείδητη από τους ακτιβιστές των εργατικών δικαιωμάτων.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

unconscionable
conscionable
conscience
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store