Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unconfined
01
ελεύθερος, απεριόριστος
free from confinement or physical restraint
02
απεριόριστος, χωρίς περιορισμούς
not restricted or limited by boundaries
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unconfined
συγκριτικός βαθμός
more unconfined
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
space, freedom, limitation
Παραδείγματα
The open fields offered an unconfined space for the children to play and explore.
Τα ανοιχτά χωράφια προσέφεραν έναν απεριόριστο χώρο για τα παιδιά να παίξουν και να εξερευνήσουν.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
unconfined
confined
confine



























