Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
uncarbonated
01
μη ανθρακούχο, χωρίς φυσαλίδες
lacking effervescence or bubbles, especially in beverages
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most uncarbonated
συγκριτικός βαθμός
more uncarbonated
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He avoided uncarbonated beverages because he liked the bubbles in soda.
Απέφευγε τα μη ανθρακούχα ποτά γιατί του άρεσαν οι φυσαλίδες στη σόδα.
Λεξικό Δέντρο
uncarbonated
carbonated
carbonate
carbon



























