Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to unbutton
01
ξεκολλώ τα κουμπιά, ανοίγω τα κουμπιά
to open the buttons of a piece of clothing
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
unbutton
γ΄ ενικό πρόσωπο
unbuttons
ενεστώτα μετοχή
unbuttoning
απλός αόριστος
unbuttoned
παθητική μετοχή
unbuttoned
Λεξικό Δέντρο
unbutton
button



























