Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unbroken
01
αδιάκοπος, συνεχής
marked by continuous or uninterrupted extension in space or time or sequence
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unbroken
συγκριτικός βαθμός
more unbroken
διαβαθμίσιμο
02
αδάμαστος, αγύμναστος
(of an animal) not having undergone training or taming for service or use
Παραδείγματα
The unbroke mule proved difficult to harness and lead.
Το αδάμαστο μουλάρι αποδείχθηκε δύσκολο να χαλιναγωγηθεί και να οδηγηθεί.
03
ακέραιος, αλώβητος
not broken; whole and intact; in one piece
04
αδιάσπαστος, τηρημένος
(especially of promises or contracts) not violated or disregarded
05
αγροφυτεμένος, άθικτος
(of farmland) not plowed
Λεξικό Δέντρο
unbroken
broken



























