Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to unbrace
01
ξεδένω, αποδένω
undo the ties of
02
αφαιρώ την παρένθεση, αφαιρώ τα στηρίγματα
remove a brace or braces from
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
unbrace
γ΄ ενικό πρόσωπο
unbraces
ενεστώτα μετοχή
unbracing
απλός αόριστος
unbraced
παθητική μετοχή
unbraced
03
χαλαρώνω, απαλύνω
remove from tension
Λεξικό Δέντρο
unbrace
brace



























