Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unbalanced
01
ανισόρροπος, ασταθής
emotional or psychological instability, including disruptions in mood, thought processes, or behavior
Παραδείγματα
Personality disorders involve unbalanced behavior patterns.
Οι διαταραχές προσωπικότητας περιλαμβάνουν ανισορροπημένα μοτίβα συμπεριφοράς.
02
ανισόρροπος, ασταθής
being or thrown out of equilibrium
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unbalanced
συγκριτικός βαθμός
more unbalanced
διαβαθμίσιμο
03
ανισόρροπος, μη ισορροπημένος
debits and credits are not equal
Λεξικό Δέντρο
unbalanced
balanced
balance



























