Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unbacked
01
αστήρικτος, χωρίς υποστήριξη
having no support or endorsement from others
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unbacked
συγκριτικός βαθμός
more unbacked
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
support, finance, social
Παραδείγματα
The unbacked entrepreneur struggled to secure funding for her startup.
Ο μη υποστηριζόμενος επιχειρηματίας αγωνίστηκε να εξασφαλίσει χρηματοδότηση για την startup της.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
unbacked
backed
back



























