unbacked
un
ʌn
an
backed
ˈbækt
bākt
unbandedunlockedunbookeduntracked

Ορισμός και σημασία του "unbacked"στα αγγλικά

01

αστήρικτος, χωρίς υποστήριξη

having no support or endorsement from others 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unbacked
συγκριτικός βαθμός
more unbacked
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The unbacked entrepreneur struggled to secure funding for her startup. 

Ο μη υποστηριζόμενος επιχειρηματίας αγωνίστηκε να εξασφαλίσει χρηματοδότηση για την startup της.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store