Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unattended
01
αφύλακτος, παραμελημένος
not being taken care of or looked after, especially due to a lack of attention or absence of a responsible person
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unattended
συγκριτικός βαθμός
more unattended
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The unattended store counter led to a few items being stolen.
Ο αφύλακτος πάγκος του καταστήματος οδήγησε σε κλοπή μερικών αντικειμένων.
02
αφύλακτος, αναξιοπερίθαλπτος
lacking a caretaker
03
αφύλακτος, χωρίς επίβλεψη
not watched
Λεξικό Δέντρο
unattended
attended
attend



























