Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unashamedly
01
αναιδώς, χωρίς ντροπή
in a way that shows no guilt, embarrassment, or regret
Παραδείγματα
The company unashamedly prioritized profits over safety.
Η εταιρεία αναιδώς προτίμησε τα κέρδη έναντι της ασφάλειας.
Λεξικό Δέντρο
unashamedly
ashamedly
ashamed



























