unaided
un
ʌn
αν
ai
ˈeɪ
ει
ded
dɪd
ντιντ
unaired

Ορισμός και σημασία του "unaided"στα αγγλικά

01

χωρίς βοήθεια, μόνος

performed or accomplished without help 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unaided
συγκριτικός βαθμός
more unaided
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
action, autonomy, achievement
Παραδείγματα
The climber reached the summit unaided, relying solely on his own skills and strength. 

Ο αναρριχητής έφτασε στην κορυφή χωρίς βοήθεια, βασιζόμενος αποκλειστικά στις δικές του ικανότητες και δύναμη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

unaided
aided
aid
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store