Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unadulterated
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unadulterated
συγκριτικός βαθμός
more unadulterated
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The artist 's work was praised for its unadulterated originality.
Το έργο του καλλιτέχνη επαινέθηκε για την αγνή πρωτότυπότητά του.
02
αγνός, απόλυτος
without qualification; used informally as (often pejorative) intensifiers
Λεξικό Δέντρο
unadulterated
adulterated
adulterate
adulter



























