Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Black hole
01
μαύρη τρύπα, σκοτεινή τρύπα
a place in the space with such high gravity that pulls in everything, even light
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
black holes
Παραδείγματα
Black holes are formed from the remnants of massive stars that have ended their life cycles and collapsed under their own gravity.
Οι μαύρες τρύπες σχηματίζονται από τα απομεινάρια μαζικών αστέρων που έχουν ολοκληρώσει τους κύκλους ζωής τους και έχουν καταρρεύσει υπό τη δική τους βαρύτητα.
02
μαύρη τρύπα χρημάτων, έργο που καταπίνει λεφτά
a project, activity, business, etc. that uses a lot of money or resources without providing any results or profit
ιδιωματισμός
Παραδείγματα
The new stadium became a black hole for public money.
Το νέο στάδιο έγινε μαύρη τρύπα για το δημόσιο χρήμα.
03
μαύρη τρύπα, άβυσσος
a difficult state or condition that is not easy to escape from
ιδιωματισμός
Παραδείγματα
The debt became a black hole for the family.
Ο εθισμός της στα ναρκωτικά είχε γίνει μια μαύρη τρύπα, καταναλώνοντας τη ζωή της και εμποδίζοντάς την να απελευθερωθεί.



























