Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to tune up
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
tune
ενεστώτας
tune up
γ΄ ενικό πρόσωπο
tunes up
ενεστώτα μετοχή
tuning up
απλός αόριστος
tuned up
παθητική μετοχή
tuned up
Παραδείγματα
He decided to tune up his old guitar so he could start playing again.
Αποφάσισε να κουρδίσει την παλιά του κιθάρα για να μπορέσει να ξαναρχίσει να παίζει.
02
προσαρμόζω, ρυθμίζω
adjust for (better) functioning



























