Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to blab
01
φλυαρώ, κουβεντιάζω ασυναρτήτως
to talk excessively or thoughtlessly
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
blab
γ΄ ενικό πρόσωπο
blabs
ενεστώτα μετοχή
blabbing
απλός αόριστος
blabbed
παθητική μετοχή
blabbed
Παραδείγματα
The tour guide blabbed on and on about unrelated historical trivia, losing the interest of the disengaged tourists.
Ο ξεναγός κουβέντιαζε ασταμάτητα για άσχετα ιστορικά trivia, χάνοντας το ενδιαφέρον των αδιάφορων τουριστών.
02
κουβεντιάζω, αποκαλύπτω
to reveal confidential or private information carelessly
Παραδείγματα
If you blab, the news will spread too quickly.
Αν μιλήσεις απερίσκεπτα, τα νέα θα εξαπλωθούν πολύ γρήγορα.
Λεξικό Δέντρο
blabber
blab



























