Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bivouac
01
μπιβακ, προσωρινό καταλύματα
a simple outdoor site where people can pitch tents or rest temporarily while traveling or vacationing
Παραδείγματα
Campers enjoyed a peaceful bivouac under the stars.
Οι κάμπερ απολάμβαναν μια ειρηνική αυτοσχέδια κατασκήνωση κάτω από τα αστέρια.
02
προσωρινή κατασκήνωση, προσωρινό στρατόπεδο
a temporary outdoor shelter or set of living quarters built by soldiers, usually without permanent structures
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bivouacs
Παραδείγματα
The bivouac was dismantled at dawn as the troops moved out.
Το μπιβάκ αποσυναρμολογήθηκε την αυγή καθώς τα στρατεύματα κινούνταν.
to bivouac
01
κατασκηνώνω προσωρινά, στήνω προσωρινό καταυλισμό
to set up a temporary campsite, typically without tents or other shelters
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
bivouac
γ΄ ενικό πρόσωπο
bivouacs
ενεστώτα μετοχή
bivouacking
απλός αόριστος
bivouacked
παθητική μετοχή
bivouacked
Παραδείγματα
Tomorrow, we 'll bivouac by the lake, setting up our campsite under the towering trees.
Αύριο, θα κατασκηνώσουμε δίπλα στη λίμνη, στήνοντας το κατασκήνωμά μας κάτω από τα πανύψηλα δέντρα.



























