Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
truthful
01
αληθινός, ειλικρινής
(of a person) telling the truth without deceit or falsehood
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most truthful
συγκριτικός βαθμός
more truthful
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The teacher encouraged students to be truthful in all situations.
Ο δάσκαλος ενθάρρυνε τους μαθητές να είναι ειλικρινείς σε όλες τις καταστάσεις.
Λεξικό Δέντρο
truthfully
truthfulness
untruthful
truthful
truth



























