Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
truthful
01
αληθινός, ειλικρινής
(of a person) telling the truth without deceit or falsehood
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most truthful
συγκριτικός βαθμός
more truthful
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She was a truthful friend who never hid the facts.
Ήταν μια ειλικρινής φίλη που ποτέ δεν έκρυβε τα γεγονότα.
Λεξικό Δέντρο
truthfully
truthfulness
untruthful
truthful
truth



























