trivial
tri
ˈtrɪ
tri
vial
viəl
viēl
trial

Ορισμός και σημασία του "trivial"στα αγγλικά

01

τετριμμένο, ασήμαντο

having little or no importance 
trivial definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most trivial
συγκριτικός βαθμός
more trivial
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The meeting was delayed by trivial issues that could have been resolved quickly. 

Η συνάντηση καθυστέρησε από τετριμμένα θέματα που θα μπορούσαν να είχαν λυθεί γρήγορα.

02

ασήμαντος, τετριμμένος

focused on unimportant or insignificant details 
Παραδείγματα
His trivial attitude towards serious issues made it hard for anyone to take him seriously. 

Η τετριμμένη στάση του απέναντι σε σοβαρά ζητήματα έκανε δύσκολο για οποιονδήποτε να τον πάρει στα σοβαρά.

Λεξικό Δέντρο

triviality
trivialize
trivially
trivial
triv
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store