Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
trivial
01
τετριμμένο, ασήμαντο
having little or no importance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most trivial
συγκριτικός βαθμός
more trivial
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The meeting was delayed by trivial issues that could have been resolved quickly.
Η συνάντηση καθυστέρησε από τετριμμένα θέματα που θα μπορούσαν να είχαν λυθεί γρήγορα.
02
ασήμαντος, τετριμμένος
focused on unimportant or insignificant details
Παραδείγματα
His trivial attitude towards serious issues made it hard for anyone to take him seriously.
Η τετριμμένη στάση του απέναντι σε σοβαρά ζητήματα έκανε δύσκολο για οποιονδήποτε να τον πάρει στα σοβαρά.
Λεξικό Δέντρο
triviality
trivialize
trivially
trivial
triv



























