triumphant
trium
ˈtraɪʌm
traiam
phant
fənt
fēnt

Ορισμός και σημασία του "triumphant"στα αγγλικά

triumphant
01

θριαμβευτικός, νικηφόρος

feeling or expressing great happiness or pride after a success or victory 
triumphant definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most triumphant
συγκριτικός βαθμός
more triumphant
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The triumphant team celebrated their hard-earned victory with cheers and applause. 

Η θριαμβευτική ομάδα γιόρτασε τη σκληρά κερδισμένη νίκη της με ζητωκραυγές και χειροκροτήματα.

02

θριαμβευτικός

experiencing triumph 

Λεξικό Δέντρο

triumphantly
triumphant
triumph
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store