Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Triumph
01
θρίαμβος, νίκη
a great victory, success, or achievement gained through struggle
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
triumphs
Παραδείγματα
The team's triumph in the championship game was celebrated by fans all across the city.
Ο θρίαμβος της ομάδας στο παιχνίδι πρωταθλήματος γιορτάστηκε από τους φίλαθλους σε όλη την πόλη.
02
θρίαμβος, αγαλλίαση
the feeling of joy, pride, or exultation resulting from a victory or success
Παραδείγματα
She felt a surge of triumph after finishing the race first.
Αισθάνθηκε ένα κύμα θριάμβου αφού τερμάτισε πρώτη στον αγώνα.
to triumph
01
θριαμβεύω, πετυχαίνω μεγάλη επιτυχία
to achieve great success, often by putting a lot of effort
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
triumph
γ΄ ενικό πρόσωπο
triumphs
ενεστώτα μετοχή
triumphing
απλός αόριστος
triumphed
παθητική μετοχή
triumphed
Παραδείγματα
After years of hard work, she finally triumphed in securing her dream job.
Μετά από χρόνια σκληρής δουλειάς, θριάμβευσε τελικά εξασφαλίζοντας τη δουλειά των ονείρων της.
02
θριαμβεύω, χαίρομαι
to express great joy or pride after achieving victory or success
Intransitive
Παραδείγματα
She triumphed quietly, a smile of satisfaction spreading across her face.
Θριάμβευσε σιωπηλά, ένα χαμόγελο ικανοποίησης που απλώθηκε στο πρόσωπό της.
Λεξικό Δέντρο
triumphal
triumph



























