Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
triumphant
01
θριαμβευτικός, νικηφόρος
feeling or expressing great happiness or pride after a success or victory
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most triumphant
συγκριτικός βαθμός
more triumphant
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The triumphant smile on her face spoke volumes as she held up the trophy.
Το θριαμβευτικό χαμόγελο στο πρόσωπό της μίλησε από μόνο του καθώς κρατούσε το τρόπαιο.
02
θριαμβευτικός
experiencing triumph
Λεξικό Δέντρο
triumphantly
triumphant
triumph



























